Connect with us

INTERVIEW

Η εξομολόγηση του Τίε Σαντάνα

Published

on

Ο Βραζιλιάνος ομοσπονδιακός τεχνικός του μπιτς βόλεϊ στην πρώτη του μεγάλη συνέντευξη άνοιξε την καρδιά του στο Sportsfeed μιλώντας για την πορεία του στη ζωή, τους στόχους τις φιλοδοξίες και δίνοντας απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον του αθλήματος.

συνέντευξη Δημήτρης Τυχάλας
[email protected]

Σημασία δεν έχει ο προορισμός, αλλά το ταξίδι… Χιλιοειπωμένο, χιλιογραμμένο. Ωστόσο όταν τελικά μετά από μακρύ δρόμο, γεμάτο περιπέτειες και γνώσεις βγαίνεις στην… Ιθάκη, τότε καταλαβαίνεις ότι άξιζε τον κόπο.

Με μητέρα καθηγήτρια Ιστορίας και πατέρα σκηνοθέτη o Tiê Santana Bento Crespo κάτι θα είχε ακούσει για την Οδύσσεια, τον Καβάφη, αλλά σίγουρα, παρόλο που ο ίδιος αυτοχαρακτηρίζεται ονειροπόλος, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι κάποια στιγμή θα βρίσκονταν στην Ελλάδα, έχοντας βρει εδώ τη δική του Ιθάκη, μετά από σχεδόν 20 χρόνια περιπλάνησης στο μαγικό κόσμο του μπιτς (με μικρές δόσεις από το βόλεϊ σάλας).

Ο ομοσπονδιακός τεχνικός του μπιτς βόλεϊ είναι μια ξεχωριστή περίπτωση. Κι αυτό δεν το λέμε γιατί βρίσκεται στη χώρα μας, αλλά προέκυψε αρχικά ως πρώτη εντύπωση όταν ήρθε πριν από 20 μήνες στα μέρα μας και επιβεβαιώθηκε μετά την κουβέντα που κάναμε μαζί του.
Μια ανοικτή κουβέντα, μια παρουσίαση, μια εξομολόγηση, όπου συζητήσαμε τα πάντα όλα για το ελληνικό μπιτς βόλεϊ, τη ζωή του, τα όνειρα και τις φιλοδοξίες.
*Από την ώρα που μιλήσαμε μέχρι την ώρα που δημοσιεύτηκε η συνέντευξη προέκυψε κι ένα ευχάριστο νέο… Η όποια αμφιβολία υπήρχε για το αν συνεχίσει η Πένυ Καραγκούνη στην άμμο δεν υπάρχει πλέον και θα είναι κανονικά στη διάθεση του Σαντάνα.

Από μικρός έμαθε στις ανατροπές
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ρίο, αλλά σε ηλικία 6 ετών είδε τον κόσμο του να γκρεμίζεται βίαια όταν η οικογένεια του έχασε όλες τις οικονομίες της… Την ίδια εποχή προσπαθεί να βρει μια διέξοδο στα σπορ κι αφού δοκιμάζει ποδόσφαιρο, μπάσκετ, μέχρι και τζούντο στα 11 του ερωτεύεται το μπιτς βόλεϊ.

«Για την ακρίβεια αρχικά μου άρεσε το μπιτς γιατί μάζευε όμορφα κορίτσια, αλλά παίζοντας όλη μέρα στην παραλία άρχισα να το βλέπω διαφορετικά και σε ηλικία 12 ετών είχα την τύχη να παρακολουθήσω ένα τουρνουά στην Κόπα Καμπάνα. Ήταν το King of the Beach και εκεί είδα τον Ρικάρντο να παίζει και να κατακτά τον τίτλο. Αμέσως είπα στον εαυτό μου ‘θέλω να γίνω σαν κι αυτόν’ κι έτσι ξεκίνησαν όλα», θυμάται ο Τσίε (η κανονική προφορά του ονόματος του).

Ο ίδιος έπαιζε σε μια ακαδημία, άρχισε να αναζητά προπονητή που θα τον έκανε επαγγελματία και του σύστησαν τον Ροντρίγκο Βέντο που εξελίχθηκε στον μέντορα του. Το όνειρο του ήταν να γίνει επαγγελματίας παίκτης του μπιτς, όμως αυτό απαιτεί πολλά λεφτά στην αρχή και έτσι ο «ονειροπόλος» Τσίε, γρήγορα μετατράπηκε στον ρεαλιστή Σαντάνα ο οποίος πριν καν ενηλικιωθεί άρχισε να συμμετέχει σε προπονητικά σταφ, στα 22 έγινε προπονητής και αφού έκανε τη διαδρομή άμμο-σάλα (γιατί η δεύτερη του επέτρεπε να μπορεί να συνεχίζει να παίζει στην πρώτη) απολαμβάνει ξανά το όνειρο του στην Ελλάδα.

Με τον μέντορα του Ροντρίγκο Βέντο.

‘Ποιος είναι ο Τσίε;’, τον ρωτήσαμε… «Ο Τσίε, αν θα μπορούσα να τον χαρακτηρίσω με μία λέξη θα έλεγα ότι είναι… ονειροπόλος», ήταν η απάντηση του. Μόνο που είπε ένα μέρος της αλήθειας. Γιατί στην πραγματικότητα είναι πεισματάρης, αποφασιστικός, μεθοδικός και ως γνήσιος Βραζιλιάνος αρκετά εκδηλωτικός (το ‘καράγιο’ στην προπόνηση και το ελληνικότατο ‘πω, πω, πω’ οι αγαπημένες του ατάκες).

Ρεαλιστής από μικρός
«Για να είμαι ειλικρινής αυτό προέρχεται από τον μεγάλο μου αδερφό. Μέχρι την ηλικία των 6 ετών ζούσα μια ανέμελη ζωή χωρίς προβλήματα, αλλά εκείνη την εποχή προέκυψε η οικονομική κρίση με την κυβέρνηση του Φερνάντο Κόλλορ, που είχε ως αποτέλεσμα, μεταξύ άλλων, την πτώχευση της ιδιωτικής τράπεζας όπου η οικογένεια μου είχε επενδύσει και έτσι χάσαμε όλες μας τις οικονομίες.
Αφήσαμε το σπίτι που μέναμε και μετακομίσαμε στο νότιο Ρίο, που δεν είναι σαν τις φαβέλες, αλλά έχει κυρίως φτωχογειτονιές και πλέον ζούσαμε διαφορετικά. Δεν μπορώ να πω ότι ήμασταν φτωχοί, ότι πεινούσαμε, αλλά δεν μπορούσαμε να έχουμε όποτε θέλαμε ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια.


Ο αδερφός μου λοιπόν, που είναι δύο χρόνια μεγαλύτερος αναγκάστηκε να διακόψει το ωδείο κι άρχισε να μελετά μόνος του στο σπίτι κι έτσι κι εγώ είπα μέσα μου ‘αφού το κάνει ο αδερφός μου, μπορώ κι εγώ’. Κι αυτό έκανα… Όταν είδα ότι μπορώ να βγάλω λεφτά παίζοντας μπιτς βόλεϊ και βοηθώντας στις προπονήσεις αποφάσισα να το κάνω, αλλά το πρόβλημα ήρθε όταν έπρεπε να παίζω σε τουρνουά. Η Βραζιλία είναι τεράστια σε έκταση και κάποιες φορές το ταξίδι από τη μία πόλη στην άλλη είναι σαν κάποιος από την Ελλάδα να πηγαίνει στην Ισπανία ή την Πορτογαλία.
Κατάλαβα λοιπόν ότι δεν είχα αυτά τα λεφτά για να μπορέσω να ζήσω ως επαγγελματίας αθλητής μπιτς βόλεϊ, ειδικά τα πρώτα χρόνια όπου χρειάζεσαι είτε χορηγούς, είτε οικογένεια με γεμάτο πορτοφόλι κάτι που εγώ δεν είχα.
Εκεί κερδίζεις εμπειρίες, αλλά όχι λεφτά, αντιθέτως επενδύεις λεφτά.

Έτσι από τα 16-17 έγινα «μπράσο» (βοηθός) σε πολλούς προπονητές και παίκτες στο Ρίο, κι όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο ‘είδα’ στους καθηγητές μου τους γονείς μου, καθώς η μητέρα μου είναι καθηγήτρια ιστορίας κι ο πατέρας μου σκηνοθέτης. ‘Μεγάλε είσαι ευλογημένος γιατί είχες αυτούς τους ανθρώπους να σε καθοδηγούν στη ζωή σου σε μικρή ηλικία’ σκέφτηκα.

Στο πανεπιστήμιο έπαιζα στην ομάδα εκεί και έκανα προπονήσεις σε πιο μικρές ηλικιακά ομάδες κι έτσι μετανορφώθηκα σε προπονητή σάλας…

Αμέσως μετά στην πρώτη μου δουλειά εκτός Βραζιλίας, όταν είχα πάει να δουλέψω στη Νορβηγία ως βοηθός προπονητή, του μέντορα μου Ρικάρντο Βέντο, στις εθνικές ομάδες μπιτς βόλεϊ, μου έδωσε τις εθνικές ομάδες μπιτς U17, U19, αλλά και την εθνική σάλας U17. Ήταν μια πραγματικά πολύ όμορφη εμπειρία αυτά τα δύο χρόνια στη Νορβηγία».

Από τη Βραζιλία στην Νορβηγία είναι ‘μεγάλο’ ταξίδι για έναν νεαρό προπονητή…
«Ήμουν 24 χρονών και ήμουν ενθουσιασμένος, αλλά θα σου πω τι έγινε αρχικά, καθώς τότε δεν μιλούσα λέξη αγγλικά! Όταν ήρθε στο Ρίο ο τιμ μάνατζερ της νορβηγικής ομοσπονδίας από την πολύωρη συζήτηση που είχαμε δεν είχα καταλάβει τίποτα παρά μόνο την ερώτηση που είχε τη λέξη proposal γιατί έμοιαζε με τη δική μας λέξη proposta. Κι εκεί είπα… yes.


Το αστείο όμως ήταν ότι αρχικά έπρεπε να πάω μόνος μου στη Νορβηγία γιατί ο Βέντο ήταν στους Ολυμπιακούς του Πεκίνου με την ομάδα που προπονούσε κι έτσι βρέθηκα σε μια ξένη χώρα για πρώτη φορά χωρίς να μπορώ να συνεννοηθώ πέρα από τις προπονητικές ατάκες του στιλ ‘σερβίς’, ‘επανάληψη’, ‘τέντωσε το χέρι σου’. Αν με ρωτούσαν όμως ‘θέλεις ένα ποτήρι νερό;’ δεν ήξερα τι μου έλεγαν και τι να απαντήσω. Αρκεί να σου πω ότι έχασα 8 κιλά σε 1 μήνα γιατί δεν ήξερα πως να ρωτήσω ‘τι ώρα τρώμε’ (γέλια). Παρόλα αυτά ήμουν ενθουσιασμένος που ζούσα αυτήν την εμπειρία, σε μια ξένη χώρα η οποία πρέπει να πω ότι έχει πολύ ευγενικούς ανθρώπους. Απλά ο καιρός για έναν Βραζιλιάνο είναι ένα πολιτισμικό σοκ».

Με την ομάδα U20 της Νορβηγίας στο ευρωπαϊκό πρωτάθλημα που είχε φιλοξενηθεί στην Κω το 2009.

Γιατί έφυγες από εκεί;
«Η αλήθεια είναι ότι είχαμε συμφωνήσει να συνεχίσω και μάλιστα θα ήμουν πλέον ο υπεύθυνος του μπιτς, κι απλά επέστρεψα στο Ρίο γιατί έπρεπε να συμπληρώσω κάποια έγγραφα για την άδεια εργασίας. Στο διάστημα που ήμουν στην πατρίδα μου μια αγγλική ομάδα, που πάλευε τότε να μπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, είχε έρθει για προπονητικό καμπ στο Ρίο. Ένα απόγευμα λοιπόν ένας προπονητής φίλος μου, μου ζήτησε να κάνω προπόνηση στην ομάδα του και έτυχε εκείνη την ημέρα οι Βρετανοί να είναι στην παραλία και να πίνουν το χυμό τους. Είδαν όμως την προπόνηση μου, ξετρελάθηκαν και μου ζήτησαν να τους αναλάβω για το επόμενο δίμηνο απολύοντας τον προπονητή που είχαν προσλάβει.
Μέσα σε ένα μήνα είχα λατρέψει τη δουλειά μαζί του, είχα βελτιώσει τα αγγλικά μου (γέλια) και μου ζήτησαν να τους αναλάβω full time για να μπορέσουν να φτάσουν στους Ολυμπιακούς.
Μίλησα με τον μάνατζερ της νορβηγικής ομοσπονδίας και τον ρώτησα να μου απαντήσει ειλικρινά ‘ποιες είναι οι πιθανότητες μου να φτάσω στους Ολυμπιακούς Αγώνες με τη Νορβηγία;’. Και μου απάντησε: ‘Λίγες, αλλά το να είσαι μετά από πέντε χρόνια πλούσιος και να ζεις μια διαφορετική ζωή είναι 100% σίγουρο’.
Το δίλημμα ήταν λοιπόν αν θα κυνηγούσα το όνειρο μου ή τα λεφτά και η απόφαση που πήρα ήταν από τις πιο εύκολες στη ζωή μου. Στα 25 μου χρόνια δεν θα μπορούσα να βάλω τα λεφτά πάνω από τα όνειρα και την ευτυχία μου κι έτσι ανέλαβα την αγγλική ομάδα και είχαν την πρώτη μου εμπειρία στο World Tour. Παίξαμε σε όλα τα τουρνουά το 2011, παντού ξεκινούσαμε από τον 1ο γύρο των προκριματικών γιατί δεν είχαν κανέναν βαθμό, αλλά ήταν η πιο μεγάλη εμπειρία της ζωής μου. Και φυσικά πέρα από τα αγγλικά μου βελτίωσα τις προπονητικές μου ικανότητες, αλλά δυστυχώς για 20 βαθμούς δεν πήραμε την πρόκριση».

Με την αγγλική ομάδα στην Κόπα Καμπάνα.

Κι ο επόμενος σταθμός;
«Οι Νορβηγοί μου ζήτησαν ξανά να επιστρέψω, αλλά πλέον είχα πάρει απόφαση να επιστρέψω στην Βραζιλία, να ολοκληρώσω σε ανώτατο θεωρητικό επίπεδο την εκπαίδευση μου και παράλληλα να δημιουργήσω τη δική μου σχολή μπιτς βόλεϊ, την οποία άνοιξα στην ίδια παραλία, στο ίδιο ακριβώς σημείο που για πρώτη φορά έπαιξα μπιτς. Παράλληλα ανέλαβα προπονητής σε μία ανδρική ομάδα που την πρώτη της χρονιά από την 16η θέση βρέθηκε στην 5η φτάνοντας στον ημιτελικό του εθνικού πρωταθλήματος και το 2012 με την αλλαγή της διοίκησης στην FIVB και την προεδρία του Άρι Γκράσα άλλαξε όλο το σύστημα του μπιτς βόλεϊ. Πλέον οι βαθμοί δεν ανήκαν στους παίκτες, αλλά στις εθνικές ομοσπονδίες. Έτσι και στη Βραζιλία δημιουργήσαμε εθνικές ομάδες μπιτς βόλεϊ και η τότε ομοσπονδιακός τεχνικός Λετίσια με κάλεσε να μπω στο τιμ.
Κι εκεί έκανα προπόνηση στον Ρικάρντο, το είδωλο των παιδικών μου χρόνων».

Του το είπες ότι ήταν το ίνδαλμα σου;
«Φυσικά! Φίλε έκανα προπόνηση και έδειχνα πράγματα στον άνθρωπο που με έβαλε στο μπιτς βόλεϊ και ήμουν βουρκωμένος όταν του εξηγούσα τι σήμαινε για μένα. Πλέον εκεί κατάλαβα ότι δεν ήμουν απλά ερωτευμένος με το μπιτς βόλεϊ, αλλά ότι αυτός ήταν ο προορισμός της ζωής μου. Να μαθαίνω στον κόσμο και να τους λέω πως το μπιτς βόλεϊ άλλαξε τη ζωή ενός φτωχού ανθρώπου από τις νότιες γειτονιές του Ρίο έφτασε να είναι προπονητής στις εθνικές Βραζιλίας και να πιστεύει στον εαυτό του»

Και ξαφνικά χτυπάει μια μέρα το τηλέφωνο και σου λέει κάποιος ‘Τσίε θέλεις να πας στην Ελλάδα;’
«Αυτή κι αν είναι αστεία ιστορία και το αστείο της υπόθεσης ξεκινά από το ποιος με κάλεσε… Στην άλλη άκρη λοιπόν ήταν ο Μαρκάο (Μάρκος Μιράντα), ο συμπατριώτης μου προπονητής ο οποίος το 2004 ήταν στο τιμ του Αλεμάο και αυτός είχε την ευθύνη των ανδρικών ομάδων.
Ο Μαρκάο κι εγώ, παρόλο που είχαμε βρεθεί σε διπλανά γήπεδα κάνοντας προπονήσεις στις ομάδες μας, δεν είχαμε δουλέψει ποτέ μαζί, δεν είχαμε ποτέ κάνει οποιαδήποτε συζήτηση για πιθανή συνεργασία, αλλά ήμασταν συνάδελφοι και υπήρχε ένας σεβασμός.
Η αλήθεια είναι ότι παραξενεύτηκα και τον ρώτησα γιατί επέλεξε εμένα ενώ θα μπορούσε να προτείνει κάποιον άλλον, καθώς είχε συνεργασία με πολλούς προπονητές… ‘Γιατί πιστεύω ότι εσύ είσαι καλύτερος!’ μου απάντησε και συμπλήρωσε: ‘Είσαι αυτός που χρειάζονται. Εγώ αγάπησα αυτή τη χώρα κι είμαι σίγουρος ότι θα την αγαπήσεις κι εσύ».

-Κι αυτό ήταν αρκετό να σε πείσει;
«Δεν ήταν τόσο απλό και θα σου εξηγήσω το γιατί. Είχα περάσει μια δύσκολη περίοδο με πολλές αναταράξεις και είχα πάρει κάποιες αποφάσεις αφήνοντας στην άκρη τον εγωισμό μου. Τι εννοώ; Αποφάσισα να μην ζω πλέον σε ένα συννεφάκι πιστεύοντας απλά στα όνειρα μου, να μην πιστεύω ότι θα γίνω ο καλύτερος προπονητής του μπιτς βόλεϊ στον κόσμο τη στιγμή που δεν μπορούσα να πληρώσω τα προς το ζειν. Αντιλήφθηκα ότι έπρεπε να βρω αξιοπρέπεια μέσα από το σπορ και το βόλεϊ σάλας άνοιξε τις πόρτες του και έτσι βρέθηκα στο προπονητικό τιμ της Σέσκι στο πλευρό του σπουδαίου Τζιοβάνι Γκάβιο που ήταν ο πρώτος προπονητής. Έκλεισα το προπονητικό κέντρο του μπιτς κι αφοσιώθηκα στη σάλα.


Το αστείο είναι ότι πριν βρεθώ στην Σέσκι, στα τέλη του 2015, ήμουν κυριολεκτικά άφραγκος και έτσι έψαχνα δουλειά και κάλεσα ένα φίλο μου μου που ήταν στις εκδόσεις και του ζήτησα αν είχε κάποια δουλειά για μένα στη διάρκεια των Ολυμπιακών Αγώνων. ‘Έχω την κατάλληλη δουλειά για σένα! Θα είσαι ο συνοδός των μάνατζερ της NIKE που θα έρθουν για το μπιτς βόλεϊ’, μου είπε και μπόρεσα να ζήσω από κοντά τους Αγώνες στο Ρίο. Εκεί είδα από κοντά φίλους μου να φτάνουν στο χρυσό μετάλλιο κι εκεί ένιωσα ότι έκλεισε ένας κύκλος. Κι αυτό το ένιωσα γιατί πίστεψα ότι ήμουν πολύ μακριά από το να φτάσω κι εγώ σε εκείνο το σημείο. Ένιωθα ότι κολυμπούσα μόνος μου στην ανοικτή θάλασσα με τεράστια κύματα και είχα κουραστεί. Παρόλο που από την πρώτη στιγμή είχαν βρεθεί στο δρόμο μου πολλοί άγγελοι, εννοώ προπονητές και αθλητές που με βοήθησαν διακρίνοντας την αγάπη μου και το πάθος μου για το μπιτς βόλεϊ, η αλήθεια είναι ότι εγώ ο φτωχός μαύρος προπονητής από το νότιο Ρίο δεν είχα τις.. προδιαγραφές για να γίνω προπονητής μπιτς βόλεϊ. Το μπίτς βόλεϊ είναι γι’ αυτούς που έχουν λεφτά. Το βράδυ λοιπόν που η Βραζιλία κατέκτησε το χρυσό στον τελικό των ανδρών, είπα μέσα μου ‘οκ, αν δεν μπορώ εγώ να είμαι ως προπονητής εκεί σε τέτοιες διοργανώσεις, τουλάχιστον ας το κερδίζουν φίλοι μου και άνθρωποι με το ίδιο πάθος, αλλά εγώ πρέπει να βρω τρόπο για να ζήσω με έναν κανονικό μισθό και όχι με τα όνειρα μου κι έτσι ήρθε η πρόταση στην Σέσκι και για 2.5 χρόνια ήμουν στο πλευρό του Τζιοβάνε Γκάβιο, μέχρι τη στιγμή που με κάλεσε ο Μαρκάο για να μου πει για την Ελλάδα».

Συμβουλεύτηκες κάποιον άλλον πριν πεις «ναι» στην ΕΟΠΕ;
«Όχι. Η αλήθεια είναι ότι όλοι στην οικογένεια μου και οι φίλοι μου έλεγαν ότι στην Ελλάδα έχουν πολλά προβλήματα, δεν πληρώνουν, δεν πρέπει να πάρεις το ρίσκο. Πρώτη φορά μίλησα με τον Μανώλη (Ρουμελιώτη) τον Σεπτέμβριο και από εκείνη τη στιγμή έβλεπα όλη μέρα βίντεο από το ελληνικό μπιτς βόλεϊ. Πριν απαντήσω, ξαναμίλησα με τον Μαρκάο και του είπα ότι έχω δει όλα τα διαθέσιμα βίντεο και μου είπε ‘φίλε η καρδιά σου έχει ήδη απαντήσει και το μόνο που έχεις να πεις απλά είναι το ‘ναι’. Δεν είσαι ο άνθρωπος που θα έμενε σε μια ομάδα για τα λεφτά, αλλά πάντα είσαι αυτός που θα επιλέξει να πάει εκεί όπου θεωρεί ότι θα κάνει την καλύτερη δουλειά… Κι έτσι ήρθα στην Ελλάδα».

-Σχεδόν 20 μήνες από εκείνο το ‘ναι’, το έχει μετανιώσει;
«Καθόλου! Καθόλου… Ακόμη και μετά τον χειρότερο μήνα της καριέρας μου, που ήταν ο μήνας μετά τον τραυματισμό της Βίκυς, δεν αισθάνθηκα ούτε μια στιγμή ότι μπορεί να πήρα τη λάθος απόφαση».

-Ήταν τα πράγματα όπως τα περίμενες; Κι εννοώ όλο το ‘πακέτο’. Εγκαταστάσεις, υλικό, τρόπος ζωής….
«Όχι. Αλλά το σταφ που έχω και η ομάδα μου η Βίκυ με την Πένυ ήταν πολύ καλύτερα απ’ ότι θα περίμενα. Το περιβάλλον, οι εγκαταστάσεις, η υποστήριξη δεν ήταν στο βαθμό που θα ήθελα, αλλά στον αντίποδα υπάρχει πραγματικά μεγάλη προσπάθεια από την Ομοσπονδία, την Ελληνική Ολυμπιακή Επιτροπή και φυσικά όπως είπα και πριν από όλο το σταφ και τα κορίτσια. Γνώρισα ανθρώπους που πραγματικά αγαπούν το μπιτς».

-Μου δίνεις την καλύτερη πάσα για την δύσκολη ερώτηση. Όταν ήρθες στην Ελλάδα κι όταν αργότερα παρουσιάστηκες στην εκδήλωση της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής, ειπώθηκε ότι είσαι ο εθνικός προπονητής και όχι ο προπονητής των Αρβανίτη, Καραγκούνη. Τώρα εσύ ο ίδιος είπες η ‘ομάδα μου’ και θέλω να σε ρωτήσω τι ακριβώς ισχύει.
«Είχαμε δύο δρόμους να επιλέξουμε… Η προτεραιότητα που υπήρχε όταν ήρθα ήταν η πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η μοναδική ομάδα που είχε το ταλέντο και τους βαθμούς για να το πετύχει ήταν η Βίκυ και η Πένυ και έτσι είχαμε μια διαφορετική προσέγγιση σ’ αυτό ζευγάρι και μια διαφορετική στις υπόλοιπες ομάδες»

-Το καταλαβαίνω αυτό και είναι απολύτως λογικό καθώς υπήρχε και η πίεση του χρόνου. Πως όμως θα σου φαινόταν εσένα ως ουδέτερο να βλέπεις τον Ομοσπονδιακό τεχνικό να πανηγυρίζει μετά από έναν αγώνα του πανελληνίου πρωταθλήματος για τη νίκη της μίας ομάδας του εθνικού σχεδιασμού επί της άλλης; Κι αναφέρομαι σε αγώνες μεταξύ Αρβανίτη, Καραγκούνη και Τσοπούλου, Μαναβή
«Αν το βλέπεις έτσι η πραγματικότητα έχει ως εξής… Η Κωνσταντίνα και η Δήμητρα είχαν τη δική τους ιδιωτική προπονήτρια σαν ομάδα την Μαρία Τσιαρτσιάνη, αλλά ανήκαν και ανήκαν στον σχεδιασμό των εθνικών ομάδων. Από την πρώτη στιγμή που βρεθήκαμε είχαμε μια ειλικρινή κουβέντα γι’ αυτό το διπλό τρόπο δουλειάς (με την Μαρία αλλά και εμένα ως εθνικό προπονητή). Το σημείο κλειδί όμως είναι ότι τα δύο κορίτσια έχουν τη βάση τους στην Θεσσαλονίκη και το πρόγραμμα της εθνικής ομάδας έχει τη βάση του στην Αθήνα. Για να απαντήσω λοιπόν ευθέως στην ερώτηση σου, δύο μήνες μετά την έλευση μου η πρόταση μου στην Ομοσπονδία, αλλά και στα κορίτσια ήταν πολύ απλή. Είπα ότι θέλω να είμαι ο κόουτς και των Τσοπούλου, Μαναβή και ρώτησα αν μπορούν να έρθουν στην Αθήνα και η απάντηση ήταν όχι».

-Τα κορίτσια είπαν όχι;
«Ναι… Όχι γιατί δεν ήθελαν να δουλέψουν εδώ, αλλά γιατί η ζωή τους, οι σπουδές τους ήταν στην Θεσσαλονίκη και δεν ήταν τόσο απλό. Έχοντας υποφέρει πολύ τα προηγούμενα χρόνια με υποσχέσεις της προηγούμενης διοίκησης που δεν τηρήθηκαν ποτέ, με λεφτά που δεν δόθηκαν, φοβήθηκαν να πάρουν μια τέτοια απόφαση έχοντας στο μυαλό τους ότι ίσως και πάλι δεν θα γίνει τίποτα απ’ όσα λέμε. Εκεί λοιπόν κατάλαβα ότι δεν θα τις έχω ουσιαστικά ως ομάδα. Αυτό έγινε όταν είχαμε επιστρέψει από την Καμπότζη όπου πήραμε το χρυσό μετάλλιο με Βίκυ και Πένυ. Μίλησα με τον Μανώλη για να μπορέσουμε να έχουμε και τις Κωνσταντίνα, Δήμητρα μαζί μου, αλλά δεν μπορούσε να γίνει».

-Γι’ αυτό όταν λίγες ημέρες αργότερα έγινε η παρουσίαση του στην ΕΟΕ είχε σταθεί τόσο πολύ στην ‘ενότητα’.
«Χαίρομαι που το θυμάσαι… Για μένα δεν πιστεύω ότι υπάρχει άλλος τρόπος»

-Το είπες γιατί είχες ήδη εισπράξει την άρνηση των κοριτσιών και αντιλήφθηκες ότι δεν θα είχες τη δυνατότητα να δουλέψεις όπως το φανταζόσουν;
«Αυτό που αντιλήφθηκα πολύ γρήγορα ότι στο ελληνικό μπιτς βόλεϊ υπάρχει μια νοοτροπία που ο καθένας είναι απέναντι με όλους τους άλλους. Σε μια τόσο μικρή κοινωνία όπως αυτή του μπιτς γνώρισα τόσους πολλούς ανθρώπους που ο ένας δεν μιλάει με τον άλλον. Στη Βραζιλία είμαστε μια τεράστια κοινωνία στο μπιτς, αλλά ακόμη κι αν έχουμε ανταγωνιστεί πολύ σκληρά μεταξύ μας, έχουμε μάθει από τους Αμερικάνους και βοηθάμε ο ένας τον άλλον. Χωρίς τη αλληλοβοήθεια δεν μπορείς να πετύχεις κάτι. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι πρέπει να καταλάβουν η Μαρία και τα κορίτσια ότι σε καμία περίπτωση δεν είμαι εναντίον τους, αλλά είμαι μαζί τους. Δεν είναι δυνατόν να σκέφτεται κάποιος ότι έπαιρνα χαρά με κάποια αποτυχία τους. Το ακριβώς αντίθετο ισχύει… Όσο μεγαλώνουν ως ομάδα, τόσο μεγαλώνει το μπιτς βόλεϊ και αυτή είναι η δική μου χαρά.»

-Με την Μαρία μίλησες γι’ αυτό το θέμα;
«Φυσικά… Με την Μαρία και τα κορίτσια είχαμε καθαρές κουβέντες και δεν είχα ποτέ πρόβλημα ή τουλάχιστον ποτέ σε εμένα δεν ανέφεραν κάποιο πρόβλημα. Το μόνο πρόβλημα ήταν ότι η Μαρία και τα κορίτσια έβλεπαν το σπορ από μια ιδιωτική πλευρά. Ήθελαν να επιβιώσουν στο χώρο και οι αποφάσεις που έπαιρναν ήταν ατομικές. Και τους το είπα ότι λειτουργώντας έτσι δεν θεωρώ ότι μπορώ να σας δώσω τις κατάλληλες συμβουλές γιατί εδώ υπάρχει κάτι πολύ μεγαλύτερο.
Το ίδιο ίσχυε με τη Βίκυ και την Πένυ, που σκέφτονταν επίσης με την ίδια νοοτροπία και τους το ξεκαθάρισα από την πρώτη στιγμή. ‘Δεν θα κάνω πράγματα που θεωρείται ότι είναι καλύτερα για εσάς, αλλά θα κάνω αυτά που είναι για το καλό της εθνικής ομάδας και το ελληνικό μπιτς βόλεϊ γενικότερα. Και το δέχθηκαν… Αυτό που είπα λοιπόν στην Ολυμπιακή Επιτροπή ισχύει 100%. Χωρίς ενότητα απ’ όλους τους εμπλεκόμενους δεν μπορούμε να επιβιώσουμε. Θέλετε ένα παράδειγμα; Μετά τον τραυματισμό της Βίκυς τι κάναμε; Ποια εναλλακτική υπήρχε; Καμία! Κι αυτό ακριβώς είναι το θέμα. Ποια παρακαταθήκη έχετε από το 2004 και τα εκατομμύρια που επενδύσατε στο μπιτς;»

Ιστορική φωτογραφία με Τίε Σαντάνα (κάτω αριστερά) και την εθνική ομάδα μπιτς βόλεϊ Αρβανίτη, Τσιαρτσιάνη το 2011 στο Ρίο.

-Και κάποιος θα μπορούσε να σου απαντήσει ‘Τίε, ήρθες στα τέλη του 2018, η Βίκυ τραυματίστηκε στα τέλη του 2019. Εσύ τι ακριβώς έκανες για να δημιουργήσεις τις εναλλακτικές λύσεις;’
«Έφτιαξα μία λίστα με τις υποψήφιες αντικαταστάτριες και η απάντηση ήταν ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε;»

-Κι οι λόγοι;
«Γιατί έπαιζαν στην σάλα και το βόλεϊ σάλας στην Ελλάδα είναι πολύ πιο ισχυρό. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι… Εκεί έγινε αντιληπτό ότι αυτό το πλάνο που είχαμε με Βίκυ, Πένυ ως η μεγάλη εικόνα του πρότζεκτ κι από κάτω βλέπουμε, έπρεπε να αλλάξει. Κι αρχίσαμε σιγά, σιγά να δημιουργούμε κάτι διαφορετικό. Να δημιουργήσουμε ένα σύστημα προκειμένου να φτιάξουμε και προπονητές και αθλητές και να ξεκινήσουμε την πυραμίδα από τη βάση της. Παράλληλα όμως έχουμε ανοικτή και τη διαδικασία της πρόκρισης στους Ολυμπιακούς Αγώνες και θα προσπαθήσουμε μέχρι τέλους για να τα καταφέρουμε».

-Γι’ αυτό λοιπόν σε βλέπουμε τους τελευταίους μήνες να ταξιδεύεις σε διάφορα μέρη στην Ελλάδα;
«Ακριβώς… Μιλάω με προπονητές, με γονείς».

-Θεωρείς ότι έπρεπε να το κάνεις πιο νωρίς;
«Σίγουρα! Αν μπορούσα να το έκανα εγώ ο ίδιος θα ήταν καλύτερα, αλλά ακόμη και αν ταξίδευαν συνεργάτες μου για να δείξουμε ότι είμαστε εκεί στο πλευρό τους. Πολλοί άνθρωποι στα νησιά και όχι μόνο δουλεύουν από αγάπη και μόνο για το άθλημα, αλλά ποτέ δεν είχαν αισθανθεί ότι η Ομοσπονδία ήταν εκεί για να τους στηρίξει».

-Τώρα λοιπόν υπάρχει ένας διπλός στόχος, η δημιουργία μιας βάσης, αλλά και η πρόκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Μπορούμε να πούμε ότι στο κομμάτι των Ολυμπιακών Αγώνων ήμασταν τυχεροί με τη 2η ευκαιρία που θα έχουμε για να διεκδικήσουμε το εισιτήριο για το Τόκιο μετά την αναβολή των αγώνων λόγω της πανδημίας;
«Ναι είμαστε… Δεν μ’ αρέσει που το λέω, γιατί στην πατρίδα μου έχουμε πλέον περισσότερους από 50 χιλιάδες νεκρούς από τον κορωνοϊό, ενώ συνολικά έχουν χάσει τη ζωή τους μισό εκατομμύριο συνάνθρωποι μας. Μακάρι να μπορούσαν αυτοί οι άνθρωποι να γυρνούσαν πίσω κι ας μην είχαμε τη δεύτερη ευκαιρία για να προκριθούμε στους Ολυμπιακούς. Η ανθρώπινη ζωή είναι πολύ πιο σημαντική».

-Είσαι απόλυτα ειλικρινής…
«Δεν μπορώ να μην είμαι. Θα σου πω επίσης ότι είχα αποδεχθεί την ιδέα του αποκλεισμού με τον τραυματισμό της Βίκυς. Κι η εικόνα της στο κρεβάτι του νοσοκομείου ήταν πολύ χειρότερο από το να μην προκριθούμε στους Ολυμπιακούς. Όταν την είδα να κλαίει είπα μέσα μου ότι το να γυρίσει πίσω στα γήπεδα και να είναι χαρούμενη είναι πολύ πιο σημαντικό από τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Το να την έχουμε πίσω ήταν αυτό που ένοιαζε κι εκεί κατάλαβα από που πηγάζει η δύναμη για να κάνω με πραγματική αγάπη αυτή τη δουλειά. Κι η απάντηση είναι η σύνδεση με τους ανθρώπους και τα όνειρα τους»

-Θυμάσαι τη στιγμή του τραυματισμού;
«Φυσικά…»

-Η πρώτη σκέψη; Ότι ήρθε το τέλος;
«Είμαι πάντα αισιόδοξος… Την πήρα αγκαλιά, τη μετέφερα στο αμάξι και φύγαμε κατευθείαν στο νοσοκομείο… Ο πρώτος γιατρός που την εξέτασε είπε ότι ήταν το τέλος. Εγώ δεν το είπα ποτέ… Εκεί είπαμε ότι πλέον δεν σκεφτόμαστε τίποτα άλλο παρά μόνο την υγεία της Βίκυς. Και μετά από 1.5 μήνα ήρθε ο νέος τραυματισμός και εκεί ένιωσα ότι ήμουν σε… εφιάλτη. Επί δύο εβδομάδες δεν μπορούσα να κοιμηθώ και σκεφτόμουν τι είχε πάει στραβά. Ακόμη κι ως νέος προπονητής δεν είχα ποτέ ούτε έναν τραυματισμό αθλητή και τώρα η πιο σημαντική αθλήτρια στη ζωή μου έπαθε μια τέτοια ζημιά κι αυτό ήταν δική μου ευθύνη»

-Εννοείς ο τραυματισμός;
«Δεν μπορώ να κατηγορήσω κάποιον άλλον και πάντα είμαι αυτός που παίρνει την ευθύνη»

-Ναι αλλά αυτά δυστυχώς συμβαίνουν στον αθλητισμό
«Ναι το ξέρω έτσι είναι η ζωή… Ωστόσο το να βλέπω τη Βίκυ και την οικογένεια της να υποφέρουν τόσο πολύ με έκανε να φτάσω ένα βήμα από το να παραιτηθώ. Η πρώτη φορά που σκέφτηκα να φύγω τελείως από το μπιτς βόλεϊ».

-Τελικά τι άλλαξε;
«Μου πήρε λίγο καιρό, αλλά κατάλαβα τελικά ότι έτσι είναι η ζωή. Ότι τέτοια πράγματα δεν συμβαίνουν μόνο στον αθλητισμό, αλλά παντού. Σ’ αυτό το διάστημα μιλούσα πολύ με τη μητέρα μου, την οποία θεωρώ και την καλύτερη μου φίλη. ‘Κοίτα, αν θέλεις να παραιτηθείς, παραιτήσου αλλά μην το κάνεις γιατί πιστεύεις ότι είσαι εσύ υπεύθυνος γι’ αυτή την ατυχία’, ήταν τα λόγια της. Μίλησα με πολλούς φυσιοθεραπευτές και γιατρούς στην Βραζιλία, όλοι μου είπαν το ίδιο. ‘Μην αναλαμβάνεις την ευθύνη για κάτι που δεν φταις. Αυτά συμβαίνουν σε όλα τα σπορ’. Εκεί άρχισα λίγο να ηρεμώ, αλλά ενώ ήθελα να επικοινωνήσω με την Βίκυ αυτό το αίσθημα ενοχής με κρατούσε μακριά. Ήθελα να μείνω μόνος μου κι άρχισα να βλέπω όλα τα παιχνίδια που είχαν δώσει η Βίκυ και η Πένυ. Τα είδα όλα ξανά και ξανά και μετά ήρθαν τα ευχάριστα νέα ότι η κατάσταση της έχει αρχίσει να παρουσιάζει βελτίωση, να χαμογελά και πάλι. Κι εκεί σκέφτηκα τι θα γίνει αν θα φύγω, γιατί πρέπει να σου πω ότι μετά τον τραυματισμό δέχθηκα δύο προτάσεις από Γερμανία και τη Βραζιλία».

-Και τι έκανες;
«Μίλησα με τον Μανώλη (Ρουμελιώτη) και του είπα: ‘η καρδιά μου είναι στην Ελλάδα και δεν θέλω να φύγω’. Ο Μανώλης μου είπε ότι ‘αν ήμουν στη θέση του θα περίμενα να κλείσει ο κύκλος και μετά θα έπαιρνα την απόφαση μου’. Έτσι απάντησα αρνητικά και η Βίκυ βελτιωνόταν, αλλά ήρθε η υποτροπή. Εκεί όμως ήμουν πλέον πιο δυνατός πνευματικά. Όταν πήγα να τη δω στο νοσοκομείο η Βίκυ μου είπε ‘κόουτς φύγε’, αλλά όσο εγωιστικό κι αν ακουστεί εγώ σκεφτόμουν ‘αν φύγω θα υπάρχει κάποιος με τις γνώσεις, την εμπειρία και το πάθος μου για να τη βοηθήσει να επιστρέψει;’. Ο στόχος μου λοιπόν είναι να έχουμε και πάλι τη Βίκυ πίσω».

-Το ένα κομμάτι είναι η Βίκυ, το άλλο κομμάτι είναι όμως η Πένυ…
«Για να είμαι ειλικρινής το έχω πει πολλές φορές ότι η Πένυ είναι από τις πιο ταλαντούχες αθλήτριες που έχω δει στη ζωή μου. Αλλά το πως ξεκίνησε, χωρίς να μάθει τα βασικά, πως έπρεπε να γίνει νικήτρια χωρίς πρώτα να μάθει να απολαμβάνει το παιχνίδι, είναι πολύ οδυνηρά για την ίδια και γι’ αυτό είναι τόσο ευαίσθητη ψυχολογικά. Όταν την βλέπετε να χαμογελά, σημαίνει ότι κερδίζει… Μπορεί να παίζει καταπληκτικά, να παλεύει, αλλά να μην χαμογελά γιατί δεν κερδίζει. Είναι πολύ κακό αυτό γιατί για μένα το μπιτς είναι χαρά. Γι’ αυτό δουλέψαμε πάρα πολύ καθημερινά σε πολλούς τομείς με την Βίκυ και την Πένυ. Η Βίκυ έχει έναν χρονικό ορίζοντα μπροστά της και έπρεπε να δημιουργήσω μέσω της Πένυς ένα νέο σύστημα για το μέλλον. Ωστόσο προέκυψε ο τραυματισμός και η μοναδική διέξοδος της για να επιβιώσει ήταν το βόλεϊ σάλας όπου πήγε τελικά. Ήταν πολύ οδυνηρό για μένα καθώς ξαναλέω ότι τη θεωρώ ότι είναι τρομερό ταλέντο και δουλέψαμε πάρα πολύ όλους αυτούς τους μήνες».

-Ναι αλλά τώρα δεν επέστρεψε;
«Ναι προπονείται, αλλά ακόμη δεν είναι σίγουρο τι θα γίνει.. Κι ήταν ειλικρινής στην κουβέντα που κάναμε γιατί όπως μου είπε επιστρέφοντας στην σάλα, παρά την πανδημία, αισθάνθηκε χαρούμενη».

-Ακούγεται λίγο παράξενο… Να υπάρχουν τα χαρούμενα νέα για την επιστροφή της Βίκυς και να έχουμε ως ερωτηματικό την Πένυ;
«Ναι έτσι είναι η κατάσταση. Η Βίκυ θα επιστρέψει και θα είναι ακόμη καλύτερη αλλά περιμένουμε την απόφαση της Πένυς.».

-Και ποιες λύσεις υπάρχουν;
«Να δημιουργήσουμε νέες αθλήτριες κι αυτό κάνουμε… Δουλεύω με ένα γκρουπ στην Αθήνα, η Μαρία δουλεύει με ένα εξίσου μεγάλο γκρουπ στην Θεσσαλονίκη»

-Α, τελικά η Τσιαρτσιάνη είναι στο τιμ;
«Ναι! Η Μαρία είναι πλέον μέρος του συστήματος. Της το ζήτησα από τα βάθη της καρδιάς μου να βοηθήσει γιατί εγώ δεν μπορώ να είμαι στην Θεσσαλονίκη. Είναι η μοναδική που έχει την οπτική του μπιτς βόλεϊ εκτός Ελλάδας και δεν έχουμε την πολυτέλεια να μην έχουμε μαζί μας τέτοιους ανθρώπους.»

-Επιστρέφω λίγο στο θέμα της Πένυς…
«Παραμένει αθλήτρια των εθνικών ομάδων μπιτς, βλέπει τον εαυτό της ως αθλήτρια του μπιτς, αλλά είναι επιφυλακτική στο να πάρει τώρα μια απόφαση γιατί δεν είναι και 100% σίγουρη για την αποθεραπεία της Βίκυς. Θα δούμε τι θα γίνει».

-Υπάρχει plan B αν αποχωρήσει;
«Υπάρχει, αλλά θα είμαι τρομερά απογοητευμένος αν η Πένυ φύγει. Ειλικρινά τη θεωρώ σπουδαίο ταλέντο και μπορεί να γίνει πολύ καλή. Την έχω δει να κάνει την περασμένη σεζόν κάτι που δεν μπορείτε να το καταλάβετε… Κόντρα στην Γουόλς, κόντρα στην κορυφαία, την κέρδισε με το ταλέντο και την εξυπνάδα της… Και μπορεί να κάνει ακόμη μεγαλύτερα πράγματα, σίγουρα πολύ πιο σπουδαία από το να παίξει σε μια μικρή κατηγορία στην σάλα»

-Αν όμως αύριο μάθεις ότι θα φύγει και σε ρωτούσα ‘πες μου τώρα το όνομα της αντικαταστάτριας της’ ποιο θα ήταν αυτό;
«Έλενα Μπάκα! Σπουδάζει βέβαια στις ΗΠΑ αλλά περιμένει κι αυτή να μάθει τι θα γίνει με τα μαθήματα λόγω κορωνοϊού την επόμενη σεζόν. Θέλω να δουλέψω μαζί της γιατί είδα ότι της αρέσεις και έχει πολύ καλά στοιχεία… Είναι ταλέντο, δεν έχει την εμπειρία, αλλά έχει προοπτική. Μου άρεσε από την πρώτη στιγμή που την είδα στο ελληνικό πρωτάθλημα και θέλω να δουλέψω μαζί της. Είναι σαν τη Βίκυ… Έχει τη φλόγα μέσα της»

-Μετά απ’ όλα αυτά πιστεύεις στο θαύμα της πρόκρισης; Με ή χωρίς την Πένυ…
«100% πιστεύω στην πρόκριση!»

-Μέσω της βαθμολογίας ή του continental
«Όταν τραυματίστηκε η Βίκυ είχα πολλές άσχημες σκέψεις και προσπαθούσα να σκεφτώ κάτι ωραίο… Δεν ξέρω γιατί, αλλά ονειρευόμουν κάθε βράδυ ότι προκρινόμαστε μέσω Continental. Αν μπορούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί στο tour πριν το Continental τότε πιστεύω ότι μπορούμε να πετύχουμε το θαύμα της πρόκρισης. Κι αυτή θα είναι η καλύτερη στιγμή της καριέρας μου… Μέχρι να πάρουμε κι ένα Ολυμπιακό μετάλλιο για την Ελλάδα (γέλια)»

-Τελικά η Ελλάδα είναι η Ιθάκη σου;
«Κατηγορηματικά θα σου πω ναι!»

-Το λες με αφοπλιστικό τρόπο…
«Στις 18 Νοεμβρίου 2018 όταν πάτησα για πρώτη φορά το πόδι μου στην Ελλάδα, από την πρώτη στιγμή ένιωσα κάτι διαφορετικό. Δεν ξέρω πως να το εξηγήσω, αλλά ένιωσα ότι ήμουν σπίτι μου! Στις 25 Δεκεμβρίου πήγαμε μαζί με τον Θανάση (Πανούσο) στην αρχαία Ολυμπία και βρεθήκαμε εκεί που ξεκίνησαν οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Δεν μπορώ να περιγράψω το τι αισθάνθηκα. Είμαι ένας άνθρωπος που δουλεύει σκληρά, ξέρω ότι ακόμη δεν είμαι ακόμη ο καλύτερος αλλά πιστεύω ότι μαζί με την Ελλάδα μπορούμε να πάμε ψηλά».

-Ωραία, ας αφήσουμε στην άκρη το βόλεϊ… Ως Βραζιλιάνος ποια είναι η σχέση σου με το ποδόσφαιρο;
«Εξαιρετική»

-Και ποια ομάδα υποστηρίζεις;
«Την Φλαμένγκο!»

-Λόγω του μπαμπά;
«Όχι, όχι… Ο πατέρας μου είναι οπαδός της Βάσκο Ντα Γκάμα! Σα να σου λέω Ολυμπιακός, Παναθηναϊκός. Φλαμένγκο έγινα λόγω του αδερφού μου. Οι γονείς μου έχουν χωρίσει, ο πατέρας μου δημιούργησε μια νέα οικογένεια κι όταν ήμουν 5 χρονών ο ετεροθαλής αδερφός μου που λέγεται Σεμπάστιαν παρακολουθούσε έναν αγώνα της Φλαμένγκο και ήταν τόσο παθιασμένος που έγινα κι εγώ! Μετά στα γενέθλια μου όταν ήμουν 8 χρονών ο πατέρας μου με ρώτησε τι δώρο ήθελα και του ζήτησα να με πάει στο γήπεδο να δω την Φλαμένγκο!»

-Και το έκανε παρόλο που είναι η μισητή αντίπαλος;
«Ναι! Ήταν η πρώτη φορά που πήγα στο Μαρακανά και είναι κάτι που δεν θα ξεχάσω ποτέ στη ζωή μου. Το γήπεδο είχε πολύ κόσμο, όλα ήταν μαγικά κι ο πατέρας μου είχε μία από τις πιο δύσκολες μέρες στη ζωή του. Στη Βραζιλία το ποδόσφαιρο είναι θρησκεία και όλα τα άλλα, μεταξύ των οποίων και το βόλεϊ, είναι σπορ».

-Αγαπημένο ελληνικό φαγητό;
«Είναι πολύ πιο εύκολο να σου πω τι δεν τρώω… Σαρδέλες και… σαρμαδάκια. Όλα τα άλλα τα λατρεύω»

-Η ελληνική συνήθεια του καφέ;
«Εδώ πρέπει να εξομολογηθώ τρία πράγματα. Πρώτον δεν πίνω καφέ, δεύτερον δεν τρώω μπανάνες και τρίτον δεν έχω δίπλωμα οδήγησης, αλλά το τελευταίο θα λυθεί καθώς τώρα κάνω μαθήματα».

-Είσαι σίγουρα Βραζιλιάνος και δεν πίνεις καφέ και δεν τρως μπανάνες;
«Ναι (γέλια)…»

-Και με το δίπλωμα;
«Σου είπα ότι είχαμε χρεωκοπήσει ως οικογένεια και όταν μου είπαν οι δικοί μου αν θέλω να πάρω δίπλωμα, επέλεξα να αξιοποιήσουμε τα πολλά λεφτά που έπρεπε να δώσουμε κάπου αλλού. Αλλά θα το πάρω κι αυτό στην Ελλάδα».

Advertisement

Advertisement

Οι απόψεις - editorial που δημοσιεύονται στο Sportsfeed απηχούν τις απόψεις των συγγραφέων και όχι του Sportsfeed το οποίο τηρεί πιστά τις αρχές της ελευθεροτυπίας: Η δημοσίευση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης. Copyright © 2018 Sportsfeed.gr

Sportsfeed.gr - To No1 ελληνικό site για τους Ολυμπιακούς Αγώνες