Πολλές φορές μετά από μία κούρσα έχουμε ακούσει από αθλητές και αθλήτριες ότι ήταν δύσκολος ο αγώνας από τον δεύτερο διάδρομο ή χαίρονται που θα αγωνιστούν από το Νο6. Ο προπονητής της Φέμκε Μπολ και της Λίεκε Κλάβερ εξηγεί τι συμβαίνει πίσω από τους διαδρόμους.
της Ελισάβετ Γρηγοριάδου
[email protected]
Για πολλούς αθλητές οι διάδρομοι αποτελούν σημαντικό παράγοντα στην πορεία τους προς την επιτυχία, οι οποίοι έγιναν υποχρεωτικοί μόνο μετά τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1908 στο Λονδίνο. Οι κορυφαίοι στα 100μ τρέχουν στις μεσαίες λωρίδες 3-6 και στα 200μ και και 400μ που υπάρχει η στροφή στις εξωτερικές. «Από άποψη φυσικής, ο καλύτερος διάδρομος ο No9», εξηγεί ο Λορέν Μιουλί, ο Ελβετός προπονητής που έχει υπό την καθοδήγησή του την Φέμκε Μπολ και συνεχίζει: «Σε εκείνον μπορείς να έχεις μεγαλύτερη ταχύτητα στη στροφή. Όμως, ως αθλητής, είναι πάντα καλό να έχεις ένα σημείο αναφοράς μπροστά σου, για παράδειγμα να έχεις τη διαδρομή Νο8 αν υπάρχουν εννέα διαδρομές ή Νο7 αν υπάρχουν οκτώ. Για αυτό οι αθλητές γενικά προτιμούν να τρέχουν στο Νο6 ή το Νο7. Ο Κάρστεν Βάρχολμ, για παράδειγμα, επιλέγει πάντα την προτελευταία διαδρομή στην εξωτερική πλευρά, για να έχει λιγότερο κλειστές στροφές».
Και υπάρχουν πολλά λαμπρά παραδείγματα που επιβεβαιώνουν όλα όσα αναφέρει: Ο Γουέιντ βαν Νίκερκ (Νότια Αφρική) σημείωσε το παγκόσμιο ρεκόρ στα 400μ στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Ρίο το 2016 από τον διάδρομο Νο8, ο Άντζελο Τέιλορ κέρδισε τα 110μ εμπόδια στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2000 από το Νο1 και ο Βάρχολμ κατέρριψε το παγκόσμιο ρεκόρ στα 400μ εμπόδια από το Νο6. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο από το παγκόσμιο πρωτάθλημα του 2023 στη Βουδαπέστη και μετά, οι σπρίντερ των 200μ με την υψηλότερη θέση στην κατάταξη παίρνουν τους διαδρόμους 5-7, ενώ στα 100μ τους 3-6 και στα 400μ και τα 800μ τους 4-7.