Στον ελληνικό αθλητισμό αρεσκόμαστε να μιλάμε για διακρίσεις, αξίες, «ευ αγωνίζεσθαι» και στήριξη στη νεολαία. Πίσω όμως από τα φώτα των σταδίων, η καθημερινότητα των αθλητών του στίβου έρχεται αντιμέτωπη με μια σκληρή, γραφειοκρατική και συχνά παράλογη πραγματικότητα: τον ισχύοντα Κανονισμό Μεταγραφών.
Γράφει ο Γεώργιος Παπαϊωάννου
αθλητής-προπονητής αντοχής – απόφοιτος ΤΕΦΑΑ
Ας μιλήσουμε με αλήθειες. Στον ελληνικό στίβο, η συντριπτική πλειοψηφία των αθλητών δεν είναι επαγγελματίες. Εργάζονται καθημερινά για το βιοπορισμό τους και αφιερώνουν τον ελεύθερο χρόνο τους στο στάδιο, κάνοντας απλά το χόμπι και το μεράκι τους. Ένας αθλητής 26 ετών θεωρείται πλήρως ενήλικος για την πολιτεία, δουλεύει, παίρνει αποφάσεις για τη ζωή του, αλλά για τους αθλητικούς κανονισμούς παραμένει «ιδιοκτησία» ή «όμηρος» διοικητικών αγκυλώσεων.
Όταν ένας αθλητής βρεθεί σε ένα τοξικό περιβάλλον, όταν διαταραχθούν οι σχέσεις του με τη διοίκηση ενός σωματείου ή όταν απλά επιθυμεί μια αλλαγή στην καριέρα του, βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα αδιέξοδο:
Διοικητικός εγκλωβισμός: Για να μεταγραφεί ο αθλητής κάθε συλλογος οφειλει να πληρωσει αποζημίωση κατάρτισης μεχρι να φτάσει τα 28 έτη. Μέχρι τότε, αν το σωματείο αρνηθεί, ο αθλητής μένει «κλειδωμένος».
Το παράλογο οικονομικό βάρος: Ακόμη κι αν ο κανονισμός επιτρέπει τυπικά τη μεταγραφή, η ομοσπονδία ορίζει επίσημα παράβολα που ξεκινούν από τα 250€ και φτάνουν μέχρι και τα 1.000€!
Αντί τα ποσά αυτά να λαμβάνουν υπόψη την κοινωνική πραγματικότητα, τιμωρούν την ίδια την προσπάθεια. Είτε πρόκειται για έναν αθλητή που τρέχει για το χόμπι του σε ένα διασυλλογικό πρωτάθλημα, είτε για κάποιον με μετάλλιο σε πανελλήνιο ή παρουσία στην Εθνική ομάδα, τα παράβολα αυτά είναι εξωπραγματικά.
Μετακύλιση του κόστους στους εργαζόμενους αθλητές: Εδώ ξεκινά το απαράδεκτο παιχνίδι της μετάθεσης ευθυνών: οι σύλλογοι δηλώνουν αδυναμία ή αρνούνται να καλύψουν αυτά τα ποσά και φορτώνουν ολόκληρο το κόστος στον ίδιο τον αθλητή! Πώς απαιτούμε από έναν αθλητή που δουλεύει οκτάωρα (ή είναι άνεργος) να πληρώνει από το υστέρημά του 250, 500 ή 1.000 ευρώ απλά και μόνο για να έχει το δικαίωμα να αθλείται εκεί που επιθυμεί;
Η άνθηση των «γκρίζων» ζωνών: Όταν οι σύλλογοι αδυνατούν ή αρνούνται να πληρώσουν τα επίσημα παράβολα, η δυσκαμψία του συστήματος δημιουργεί το κατάλληλο υπόβαθρο για αντικανονικές προτάσεις. Εικονικές μεταγραφές μέσω «ενδιάμεσων» σωματείων, «πατέντες» και απαιτήσεις για ανεπίσημες οικονομικές καταβολές γίνονται ο κανόνας.
Ποιος χρεώνεται τελικά όλο αυτό το σύστημα; Μόνο ο αθλητής.
Όταν ένας αθλητής αρνείται να μπει σε «γκρίζες» συμφωνίες, όταν αρνείται να πληρώσει εκατοντάδες ευρώ από τον μισθό του και απαιτεί διαφάνεια, βρίσκεται απομονωμένος. Αντί η Ομοσπονδία (ΣΕΓΑΣ) και τα σωματεία να αγκαλιάζουν τον αθλητή που μοχθεί στο στάδιο μετά τη δουλειά του, δημιουργούν ένα περιβάλλον που εξαντλεί την ψυχολογία, την οικονομική του κατάσταση και την αξιοπρέπειά του.
Τι ζητάμε να αλλάξει ΑΜΕΣΑ:
Σημαντική, δραστική μείωση των ποσών των παραβόλων: Ορθολογική αναπροσαρμογή προς τα κάτω για όλες τις κατηγορίες αθλητών (από το επίπεδο συμμετοχής σε διασυλλογικούς αγώνες μέχρι τους αθλητές με πανελλήνια μετάλλια και συμμετοχές στην Εθνική Ομάδα), αναγνωρίζοντας ότι πρόκειται για ερασιτέχνες αθλητές.
Θεσμοθέτηση υποχρεωτικής κάλυψης παραβόλων από τα σωματεία: Τα όποια παράβολα ορίζονται, να αποτελούν αποκλειστική υποχρέωση του σωματείου που αποκτά τον αθλητή. Να απαγορευτεί ρητά και να ελέγχεται η μετακύλιση του κόστους στον ίδιο τον αθλητή.
Θεσμική προστασία: Δημιουργία μηχανισμού προστασίας για αθλητές που αντιμετωπίζουν προβλήματα συνεργασίας, ώστε να μην χάνουν αγωνιστικές χρονιές.
Ο αθλητισμός ανήκει σε αυτούς που μοχθούν καθημερινά στις προπονήσεις και στα στάδια. Είναι καιρός ο ΣΕΓΑΣ και οι αρμόδιοι φορείς να αφουγκραστούν την πραγματικότητα και να εκσυγχρονίσουν έναν κανονισμό που αντί να επιβραβεύει, απομονώνει και χαρατσώνει τους αθλητές.