Η κουτοπονηριά ως φιλοσοφία ζωής, η εξαπάτηση ως αγωνιστική στρατηγική και οι υπεύθυνοι που ανακαλύπτουν το πρόβλημα μόνο όταν αυτό γίνει πρωτοσέλιδο.
του Γιάννη Δαγκόγλου
προπονητής στίβου
Υπάρχει μια ιδιαίτερη ελληνική εκδοχή της αθλητικής «εξυπνάδας». Δεν χρειάζεται να είσαι καλύτερος. Δεν χρειάζεται να προπονείσαι περισσότερο. Δεν χρειάζεται να σεβαστείς τους κανόνες, τον αντίπαλο ή την ίδια την έννοια του αθλητισμού. Αρκεί να είσαι πιο πονηρός.
Να ξέρεις πότε, πού και πώς θα κινηθείς. Να γνωρίζεις πότε υπάρχουν έλεγχοι και πότε όχι. Να υπολογίζεις τις πιθανότητες να σε εντοπίσουν. Να παίζεις με τα όρια, να ρισκάρεις και, αν όλα πάνε καλά, να βγαίνεις από πάνω.
Και μετά να κοιτάζεις τους υπόλοιπους με εκείνο το γνωστό ύφος της αυτάρεσκης υπεροχής: «Σας κορόιδεψα! Είμαι πιο έξυπνος από όλους σας. Κέρδισα. Και τι μπορείτε να μου κάνετε;»
Αυτή είναι η κουλτούρα του κουτοπόνηρου. Του δήθεν έξυπνου που μπερδεύει την ατιμωρησία με την ικανότητα, την εξαπάτηση με την εξυπνάδα και την παραβίαση των κανόνων με προσωπικό κατόρθωμα.
Δεν τον ενδιαφέρει να είναι πραγματικά καλύτερος. Τον ενδιαφέρει να φαίνεται καλύτερος.
Δεν τον ενδιαφέρει να κερδίσει δίκαια. Τον ενδιαφέρει να κερδίσει και να μη συλληφθεί.
Και αν κάποιος τολμήσει να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του, αρχίζει η γνωστή παράσταση: ειρωνεία, αλαζονεία, επιθετικότητα, απαξίωση και το κλασικό ελληνικό θέατρο του «πουλάω τρέλα».
Γιατί, όταν δεν έχεις απαντήσεις, πάντα μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν καταλαβαίνεις την ερώτηση.
Ο έξυπνος που δεν τον πιάνουν και οι άλλοι που… κοιμούνται
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται σε όσους ενδεχομένως επιλέγουν τον δρόμο του ντόπινγκ. Είναι και το περιβάλλον που επιτρέπει να καλλιεργείται η αντίληψη ότι μπορείς να παραβιάζεις τους κανόνες, να απολαμβάνεις τα οφέλη και να συνεχίζεις ανενόχλητος.
Γιατί ο παραβάτης δεν λειτουργεί πάντα σε κενό αέρος. Υπάρχουν μηχανισμοί ελέγχου, θεσμικές ευθύνες και άνθρωποι που πληρώνονται ή έχουν οριστεί για να διασφαλίζουν την αξιοπιστία του αθλητισμού.
Και εδώ αρχίζει η πραγματικά ενδιαφέρουσα ελληνική παράσταση.
Οι υπεύθυνοι που πέφτουν μονίμως από τα σύννεφα
Κάθε φορά που αποκαλύπτεται μια υπόθεση ντόπινγκ, το έργο έχει σχεδόν την ίδια σκηνοθεσία. Ξαφνικά όλοι δηλώνουν έκπληκτοι. Κανείς δεν ήξερε. Κανείς δεν είχε αντιληφθεί. Κανείς δεν είχε υποψιαστεί. Κανείς δεν είχε δει τίποτα. Οι αρμόδιοι εμφανίζονται με ύφος ανθρώπων που μόλις προσγειώθηκαν από άλλον πλανήτη.
Αλήθεια τώρα;
Οι θεσμοί υπάρχουν για να ενημερώνονται, να ελέγχουν, να προλαμβάνουν και να παρεμβαίνουν. Όχι για να εκδίδουν ανακοινώσεις θλίψης όταν η ζημιά έχει ήδη γίνει.
Δεν είναι δουλειά τους να παριστάνουν τους έκπληκτους. Είναι δουλειά τους να μην αφήνουν τον αθλητισμό να μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτο πεδίο ανταγωνισμού ανάμεσα σε εκείνους που σέβονται τους κανόνες και σε εκείνους που αναζητούν τρόπους να τους παρακάμψουν.
Και όταν οι αποκαλύψεις επαναλαμβάνονται, η μόνιμη επίκληση της άγνοιας παύει να είναι επαρκής απάντηση.
Η άγνοια δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι της θεσμικής ευθύνης.
Δεν ισχυρίζεται κανείς ότι κάθε παράβαση είναι δυνατόν να προβλεφθεί ή ότι κάθε ύποπτη επίδοση αποδεικνύει χρήση απαγορευμένων ουσιών. Αλλά όταν υπάρχουν ενδείξεις, πρέπει να διερευνώνται. Όταν υπάρχουν κενά στους ελέγχους, πρέπει να καλύπτονται. Και όταν υπάρχουν ευθύνες, πρέπει να αποδίδονται.
Οι καθαροί αθλητές είναι τα μεγάλα κορόιδα;
Αυτό είναι ίσως το πιο εξοργιστικό σημείο. Ο αθλητής που επιλέγει να μείνει καθαρός, που προπονείται με συνέπεια, που σέβεται το σώμα του και την προσπάθειά του, κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται ως ο αφελής της υπόθεσης.
Ο άλλος μπορεί να εμφανίζεται ως πρωταγωνιστής, να κερδίζει αναγνώριση, να απολαμβάνει προβολή και να διεκδικεί την επιβράβευση μιας επίδοσης της οποίας η αξιοπιστία δεν έχει επαληθευτεί.
Και ο καθαρός αθλητής;
Να συνεχίσει να προσπαθεί. Να κάνει υπομονή. Να αποδέχεται ότι ίσως δεν έχει τις ίδιες δυνατότητες ανταγωνισμού.
Αυτό δεν είναι απλώς αδικία. Είναι προσβολή απέναντι στην ίδια την έννοια του αθλητισμού. Και είναι ευθύνη των θεσμών να μην επιτρέπουν να δημιουργείται ένα τέτοιο περιβάλλον.
Το μετάλλιο δεν ξεπλένει την εξαπάτηση
Υπάρχει κάτι βαθιά γελοίο στην εικόνα εκείνου που μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του νικητή επειδή κατάφερε να ξεγελάσει τους ελέγχους. Να πανηγυρίζει, να φωτογραφίζεται, να δίνει συνεντεύξεις, να μιλά για θυσίες και υπερβάσεις, να πουλάει το παραμύθι της σκληρής δουλειάς και να απαιτεί τον σεβασμό των άλλων. Αλλά ο σεβασμός δεν επιβάλλεται με μετάλλια.
Και η επίδοση δεν αποτελεί από μόνη της πιστοποιητικό εντιμότητας.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η συμπεριφορά, όταν δεν αντιμετωπίζεται αποτελεσματικά, δημιουργεί πρότυπα. Διδάσκει στους νεότερους ότι δεν έχει σημασία πώς κερδίζεις, αλλά αν θα σε πιάσουν. Αυτό είναι το πραγματικό δηλητήριο.
Όχι μόνο η απαγορευμένη ουσία, αλλά η νοοτροπία που τη συνοδεύει.
Καιρός να σταματήσουμε να παριστάνουμε τους ανήξερους
Ο ελληνικός αθλητισμός δεν έχει ανάγκη από άλλες υποκριτικές δηλώσεις, άλλες αυτονόητες διαβεβαιώσεις και άλλες επικοινωνιακές καταδίκες του ντόπινγκ.
Έχει ανάγκη από πραγματικούς ελέγχους. Αιφνιδιαστικούς ελέγχους εκτός αγώνων. Ανεξάρτητους μηχανισμούς. Αξιολόγηση κινδύνου. Διασταύρωση πληροφοριών. Προστασία όσων καταγγέλλουν καλόπιστα και μηδενική ανοχή σε κάθε αποδεδειγμένη παράβαση.
Και κυρίως, χρειάζεται θεσμούς που δεν φοβούνται να ελέγξουν, ανεξάρτητα από το όνομα, την επιτυχία, την επιρροή ή τη θέση εκείνου που ελέγχεται.
Γιατί αν οι κανόνες εφαρμόζονται επιλεκτικά, τότε δεν υπάρχει ισονομία.
Αν οι έλεγχοι είναι ανεπαρκείς, τότε δεν υπάρχει ουσιαστική προστασία του καθαρού αθλητή.
Και αν οι υπεύθυνοι ανακαλύπτουν μονίμως το πρόβλημα όταν αυτό αποκαλυφθεί, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε όχι μόνο ποιος παραβίασε τους κανόνες, αλλά και ποιος δεν έκανε τη δουλειά του.
Επίλογος: Δεν είσαι έξυπνος επειδή δεν σε έπιασαν
Ας τελειώνουμε με το παραμύθι. Δεν είσαι μάγκας επειδή εξαπάτησες. Δεν είσαι έξυπνος επειδή απέφυγες έναν έλεγχο. Δεν είσαι πρωταθλητής της ζωής επειδή κατάφερες να κοροϊδέψεις εκείνους που αγωνίζονται έντιμα.
Είσαι απλώς κάποιος που μπέρδεψε την απουσία συνεπειών με την αξία.
Και προς εκείνους που έχουν αναλάβει την ευθύνη να προστατεύουν τον αθλητισμό:
Σταματήστε να παριστάνετε τους έκπληκτους. Σταματήστε να ανακαλύπτετε το ντόπινγκ όταν γίνεται δημόσιο θέαμα. Σταματήστε να θεωρείτε ότι η θεσμική σας υποχρέωση εξαντλείται σε μια ανακοίνωση καταδίκης.
Ο αθλητισμός δεν χρειάζεται άλλους έξυπνους που πιστεύουν ότι δεν τους πιάνει κανείς.
Χρειάζεται λιγότερους απατεώνες, περισσότερους πραγματικούς ελέγχους και, πάνω απ’ όλα, υπεύθυνους που να έχουν το θάρρος να κάνουν τη δουλειά τους.
Γιατί το πραγματικό θράσος δεν είναι να κερδίζεις εξαπατώντας και να πουλάς τρέλα. Είναι να απαιτείς να σε θαυμάζουν γι’ αυτό.
Και η μεγαλύτερη ντροπή δεν είναι μόνο εκείνος που παραβιάζει τους κανόνες.
Είναι να φτάσουμε στο σημείο ο έντιμος αθλητής να αισθάνεται ανόητος επειδή επέλεξε να παραμείνει έντιμος.
Πρόταση για συνοδευτική φράση στο Facebook:
«Το ντόπινγκ δεν είναι μόνο η ουσία που βρίσκεται σε ένα δείγμα. Είναι και η νοοτροπία εκείνου που πιστεύει ότι είναι εξυπνότερος από όλους, η αλαζονεία εκείνου που θεωρεί την εξαπάτηση επιτυχία και η βολική άγνοια εκείνων που έχουν υποχρέωση να προστατεύουν τον αθλητισμό. Και κάπου ανάμεσα, ο καθαρός αθλητής εξακολουθεί να πληρώνει τον λογαριασμό».